Σε μια πρασινοστόλιστη
πλαγιά της Πίνδου, δυόσμος
άνθισε κι έγινε χωριό
μοναδικό στον κόσμο.

Με ρεματιές που πνίγονται
σε φράξους και πλατάνια
ανθίζει τσάι ολόχρυσο
μες στις αυλές γεράνια.

Απ’ τις κρυστάλλινες πηγές
φως και ζωή αναβλύζει
κι όποιος σ’αυτές ξεδίψασε
σ’ άλλη πηγή δε σκύβει.

Την άνοιξη στις πράσινες
πλαγιές λαλούν αηδόνια
κι ο κούκος απ’ τις Τζιτζιφιές
λιώνει γοργά τα χιόνια.

Βελανιδιές και έλατα
σαν θάλασσα η φτέρη
στα λαγκαδάκια ο κότσυφας
ψάχνει για να ‘βρει ταίρι.

Μες τα σοκάκια μυρωδιές
χιλιάδες Μάη μήνα
αγιόκλημα βασιλικός
τριανταφυλλιές και κρίνα.

Στα πόδια της η ποταμιά
σαν νύφη όλο χάρη
ψηλά στο Ριζοστέφανο
κραυγή του Ασπροπάρη.

Κοπέλες σαν αστροφεγγιά
κι αγόρια παλικάρια
βγάζει ετούτο το χωριό
του κόσμου όλου καμάρια.

Σουρούπωσε κι η πέρδικα
φωλιάζει σ’ έναν κέδρο
βαριά η κάπα του βοσκού
που κρέμεται στο δέντρο.

Απόκαμε ο γεωργός
μα η μέρα δεν του φτάνει
σπάει τη σιωπή του σούρουπου
μακριά ένα μαντάνι.

Εικόνα πάντα μαγική
κι ακούς με κάθε τρόπο
τ’ αη Γιάννη Θεία προσευχή
που ευλογεί τον τόπο.

Τραγούδι όλων των πουλιών
που τραγουδούν με χάρη
Καλογριανή φωνάζουνε
χωριό χωριών καμάρι.