Στο πατρικό μου στο χωριό
μετά από χρόνια γύρισα
πόρτες κλειστές, χόρτα παντού
το μόνο που αντίκρισα. 

Έφυγε η μάνα από καιρό
μα τώρα εγώ νοιώθω
πόσο το μέρος άδειασε. 

Σαράκι μέσα το 'χω
ξένο σαν να'μαι τόπο. 

Ένα λουλούδι μου γελά
στα χόρτα εκεί πνιγμένο
ένα λουλούδι της μαμάς
από χέρι φυτεμένο. 

Κι ακούστηκε απ' τον ουρανό
ένα τραγούδι αγγελικό
ένα τραγούδι απ' της μαμάς
το άγιο στόμα ειπωμένο. 

Οι αναμνήσεις μ' έπνιξαν
και η αναπνοή βαραίνει
Θεέ μου τόση ερημιά
κι η εξώπορτα πεσμένη. 

Πού 'ναι οι παλιοί οι γείτονες
οι άνθρωποι που αγαπάω
με πόνο μέσα στην ψυχή
τον άνεμο ρωτάω.